Η γέννηση του υπερρεαλισμού στην Ευρώπη

0
167

«Ν’ αλλάξουμε τον κόσμο», «Ν’ αλλάξουμε τη ζωή»/

 Της Ξένιας Κακάκη

Στο κείμενο που ακολουθεί -και ίσως σε κάποια επόμενα γιατί το θέμα θεωρώ ότι δεν μπορεί να εξαντληθεί σε αυτές τις γραμμές μόνο- προσπαθώ να δώσω μια σύντομη και όσο γίνεται πιο κατανοητή και περιεκτική απάντηση στο ερώτημα τι είναι και πώς γεννήθηκε ο υπερρεαλισμός στη λογοτεχία, αρχικά στην Ευρώπη και σε επόμενη φάση και στην Ελλάδα (σε επόμενο κείμενο), μιας και είναι αρκετοί αυτοί που με ρωτούν τι είναι τελικά ο υπερρεαλισμός, τι σημαίνει, είναι ο υπερρεαλισμός και ο σουρεαλισμός το ίδιο πράγμα, και αν όχι σε τι διαφέρουν, τι απήχηση έχει τώρα, αν έχει και πώς έχει, σε ποιον βαθμό και άλλα πολλά παρόμοια ερωτήματα. Σε όλα αυτά θα ήθελα πολύ να δώσω μια απάντηση. Την δική μου προσωπική απάντηση πάντα, από τη δική μου οπτική γωνία και ξεπερνώντας και πηγαίνοντας πέρα από τους γνωστούς ορισμούς και προσανατολισμούς στους οποίους και βεβαίως πρέπει αρχικά να «πατήσουμε» για να κατανοήσουμε σε πρώτη φάση τον όρο «υπερρεαλισμός».

Οι πρωτοπορίες και οι συνθήκες

Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι ο υπερρεαλισμός, όπως ο μοντερνισμός και οι υπόλοιπες πρωτοπορίες, και όπως κάθε αλλαγή που λαμβάνει χώρα, δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά μια μέρα. Υπήρξαν κάποιες συνθήκες κάτω από τις οποίες όλα ξεκίνησαν. Και μια ανάγκη. Μια ανάγκη για κάτι νέο, καινούργιο, διαφορετικό, πρωτοποριακό. Μια ανάγκη για επανάσταση και για ανατροπή της καθημερινότητας, της ρουτίνας, του παλιού και ίσως σάπιου, βρώμικου της κοινωνίας και της καθημερινής ζωής. [Σ’ αυτό το σημείο δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ τι θα έλεγαν άραγε σήμερα για την σημερινή κατάσταση της κοινωνίας οι πρωτοπόροι της δεκαετίας του 20 και τι είδους «ανατροπή» θα επιχειρούσαν;]

Πότε, λοιπόν, γεννιούνται οι μεγάλες αρνήσεις; Οι αρνήσεις αυτές που φέρνουν τις μεγάλες ανατροπές και τις μεγάλες ιδέες;

Όπως συμβαίνει καμιά φορά στη ζωή, το «πότε συμβαίνει κάτι» είναι άμεσα συνδεδεμένο και βρίσκει συχνά την απάντησή του στο «γιατί να πρέπει να συμβεί».

Υπήρξαν, λοιπόν, γεγονότα και καταστάσεις που οδήγησαν σε διεργασίες και ζυμώσεις οι οποίες γέννησαν αυτή την ανάγκη και η οποία μετουσιώθηκε σε ρεύμα, κίνηση, κίνημα. Ο μεσοπόλεμος, δηλαδή το διάστημα μεταξύ του πρώτου και δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, υπήρξε ακριβώς αυτό το διάστημα που οι πρωτοπορίες άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους ως ανάγκη για κάτι νέο και διαφορετικό, ειρηνικό και απελευθερωτικό, κόντρα στο κατεστημένο και στην έως τότε παράδοση, κόντρα σε κάθε είδους σύμβαση και υποταγή. Μια έκφραση κόντρα στον πόλεμο και στην κούραση που είχε επιφέρει αυτός ο τελευταίος. Η μόνη δέσμευση εστιαζόταν στην ύπαρξη μιας απόλυτης ελευθερίας. Έτσι, μια σειρά από μανιφέστα απόλυτα διεθνιστικά που ακολούθησαν κηρύσσουν το νέο και ανατρεπτικό, το επαναστατικό που χρειαζόταν η κοινωνία.

 Το κίνημα του Dada και ο υπερρεαλισμός

Το 1920 φτάνει στο Παρίσι ερχόμενος από τη Ζυρίχη ο Tristan Tzara με σύνθημα τη «γενικευμένη αναρχία»[i] και με το κίνημα του Dada στις αποσκευές του. «Το μανιφέστο σας (1918) μ’ έχει ενθουσιάσει. Δεν ήξερα από ποιον πια να περιμένω αυτό το θάρρος που δείχνετε. Όλα μου τα βλέμματα στρέφονται προς το μέρος σας» του γράφει ο André Breton, πρωτεργάτης του μετέπειτα κινήματος του υπερρεαλισμού.

Η ονομασία Dada αποτελεί την αποθέωση του τυχαίου και του μη σημαίνοντος[ii]. Όμως απόλυτα μηδενιστικό και αφοριστικό το κίνημα του Dada δεν δημιουργεί παρά ένα ακόμα αδιέξοδο στα πράγματα.

Ο Breton το επικρίνει για το μηδενισμό του και απομακρύνεται από αυτό για να δημιουργήσει τον υπερρεαλισμό.

Αλλά και από την ελληνική πλευρά, που φυσικά ούτε και αυτή μένει αμέτοχη και αδρανής στα γεγονότα, ο δικός μας Οδυσσέας Ελύτης παρατηρεί σχετικά ότι το Dada βοήθησε στη γέννηση μιας νέας αντίληψης πραγμάτων που μέγα μέρος της αντιπροσώπευε ο υπερρεαλισμός, βασισμένος σε συγκεκριμένες θεωρίες που αγκάλιαζαν όλες τις εκδηλώσεις του πνεύματος, και με γενναία προσφορά έργων που ούτε εσύ ούτε εγώ είμαστε σε θέση ακόμη σήμερα να κρίνουμε και να τοποθετήσουμε, όπως είπε χαρακτηριστικά[iii].

Και κάπως έτσι γεννιέται το κίνημα του υπερρεαλισμού στην Ευρώπη το οποίο αρχίζει τη δράση του στη Γαλλία, ξεκινάει ως κίνημα λογοτεχνικό και έχει πρωτεργάτη του τον André Breton. (Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού, 1924)

Το ασυνείδητο, το όνειρο και η αυτόματη γραφή

Οι δημιουργοί του βέβαια δεν το βλέπουν μόνο σαν μία νέα καλλιτεχνική σχολή ή σαν μια απλή διέξοδο από τα δεινά του πολέμου, αλλά επιπλέον σαν ένα μέσον για τη διερεύνηση περιοχών που ως τότε είχαν παραμεληθεί όπως το ασυνείδητο, το υπερφυσικό, το όνειρο, η τρέλα. Με άλλα λόγια είναι η άλλη όψη της πραγματικότητας που έκρυβε ο ρασιοναλισμός. Επηρεάζεται και βασίζεται στις αρχές του φροϋδισμού και μαρξισμού. Δουλεύει με επιστημονικές μεθόδους και προσπαθεί με πειράματα να διερευνήσει την άγνωστη πλευρά της πραγματικότητας[iv].

Οι υπερρεαλιστές συγγραφείς αφήνουν ελεύθερο τον εαυτό τους να εκφραστεί και το έργο τους ά-λογα να αναπτυχθεί, δηλαδή χωρίς λογική, και όχι παράλογα. Αφήνουν τη συνείδησή τους να τρέξει πιο γρήγορα από την σκέψη τους και από το μυαλό τους κι έτσι ουσιαστικά το ασυνείδητο να πάρει τον έλεγχο. Πάνω σε αυτό το πείραμα στηρίχτηκε η λεγόμενη αυτόματη γραφή τους.

Πολιτικό κίνημα και διαφωνίες

Σύντομα ο υπερρεαλισμός εξελίχθηκε και σε κίνημα πολιτικό, ο οποίος όμως αυτός ο πολιτικός χαρακτήρας και η πολιτική εμπλοκή των μελών του ήταν που οδήγησε την ομάδα σε μια σειρά από καβγάδες οι οποίοι με τη σειρά τους οδήγησαν σε έντονες κόντρες μεταξύ τους και τελικά είτε σε αποχωρήσεις είτε –συχνότερα- σε διαγραφές από την ομάδα. Με σύνθημά του «Ν’ αλλάξουμε τον κόσμο», «Ν’ αλλάξουμε τη ζωή», ο υπερρεαλισμός άνοιξε ένα πεδίο ριζικής ανανέωσης τόσο στην ατομική και ομαδική ζωή του ανθρώπου όσο και στην ανάπτυξη μορφών σκέψης, ηθικής και τέχνης[v].

Από το «Όχι» στο «Ναι»

Και όπως μετά από κάθε κείμενο, είτε έχει βασιστεί σε βιβλιογραφία για να εξηγήσει έναν όρο-φαινόμενο-κατάσταση-πραγματικότητα είτε όχι,  αναρωτιέμαι και σκέφτομαι χίλια δυο πράγματα, όπως για παράδειγμα στην συγκεκριμένη περίπτωση πού πάει αυτή η ελπίδα και η αισιοδοξία με την οποία πρωτοξεκινά το νταντά και ο υπερρεαλισμός, αυτή η λαχτάρα και η ορμή με την οποία εισέρχονται στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων για να προκαλέσουν την ανατροπή και την αλλαγή… Αυτή η λαχτάρα και η ορμή πόσο διατηρούνται; Ή πόσο γρήγορα χάνονται; Αν αλλάζουν, τότε σε τι αλλάζουν και τι γίνονται; Πόσο τελικά καταφέρνουν τον στόχο τους;

Είμαι πολύ σίγουρη ότι ο καθένας από εμάς έχει ήδη έτοιμη τη δική του απάντηση σε αυτά ερωτήματα μιας και είναι συχνό φαινόμενο και διάχυτο στις μέρες μας η διάψευση των ελπίδων του παρελθόντος και για αυτό η αναζήτηση των λόγων για αυτή τη διάψευση. Σημασία όμως έχουν κι αυτοί οι λίγοι, όποιοι, οι οποίοι ακόμα ακούν (ή θέλουν να ακούν) τις χαρμόσυνες καμπάνες της προτωπορίας (ή αλλιώς τις προτωπόρες καμπάνες της χαράς) στα αυτιά τους γιατί χάρη σε αυτά τα σήμαντρα – κελεύσματα εκκινούν και σηματοδοτούνται οι αλλαγές του κόσμου και της ζωής. Και σε αυτό το σημείο παρατηρώ ότι θέλοντας να μιλήσω για τον υπερρεαλισμό στη λογοτεχνία, όπως δηλαδή είχα προαναγγείλει στην αρχή, τελικά καταλήγω να μιλάω γενικά για τον ευρωπαϊκό υπερρεαλισμό μεν, αλλά όχι τόσο για τη λογοτεχνία.

Αντιλαμβάνομαι ίσως τον υπερρεαλισμό σαν κάτι μεγαλύτερο και ευρύτερο, σαν κάτι γενικότερο που καλύπτει πολλούς τομείς και έχει πολλά πεδία δράσης. Δεν ρωτώ, ούτε διερωτώμαι, αλλά τελικά απαντώ με βεβαιότητα ότι «ναι»: ο υπερρεαλισμός από τη γέννησή του ως τη μετέπειτα πορεία του μέσα από την εξέλιξη που πήρε, εκκίνησε από και ως ένα μεγάλο «όχι» (όχι στον πόλεμο, όχι στη δυστυχία, όχι στην καταπίεση, όχι στη μιζέρια) για να γίνει ένα μεγάλο, πανανθρώπινο, πάνλαμπρο και αποθεωτικό –τολμώ να πω στις μέρες μας- «ναι». Όλα αυτά έτσι όπως τα βλέπω με τα δικά μου μάτια και χωρίς να είμαι θεωρητικός της λογοτεχνίας ή ιστορικός αλλά με την ιδιότητα ενός ανθρώπου που έχει διαβάσει αρκετά, έχει γράψει λίγα και έχει προβληματιστεί πολύ.

Καλή μας συνέχεια.

info@bookbar.gr

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΠΕΣ

i Γ.Δ.ΠΑΓΑΝΟΣ, 2003, ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΕΣ, ΣΑΒΒΑΛΑΣ, σ.51

[ii] Στο ίδιο

[iii] Στο ίδιο, σ.σ.52-53

[iv] Στο ίδιο, σ.53

[v] Στο ίδιο, σ.57

 

Σχετικά Θέματα στο Book Bar

Ξένια Κακάκη: Μικροποιήματα σε παζλ