H Νοέλ Μπάξερ συνομιλεί με τη «Θάλασσα» του βιβλίου της

0
330

«Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας»

 Μια θάλασσα με μερικά σίγμα

 Σήκωσε το κεφάλι της

από το βιβλίο και με κοίταξε με απορία:

«Θάλασσσα αντί για Θάλασσα; Σοβαρά, Νοέλ, με έγραψες με τρία σίγμα;»

 Ανακάθισα. Προέβλεπα μια μακριά κουβέντα.

 «Θάλασσσα, σε έβαλα με τρία σίγμα γιατί είχα κάποιο λόγο. Πώς αλλιώς θα χωρούσες όλες τις ανθρώπινες ιστορίες; Φοβήθηκα μήπως με τα δυο σου σίγμα δεν ήσουν αρκετά μεγάλη για τις μεγάλες, τις μεσαίες και τις μικρές μας ιστορίες. …Από φόβο δηλαδή το έκανα. Μη μείνει η ιστορία της Βενετίας μου απ’ έξω. Και της γιαγιάς της ασφαλώς. Άλλη μεγάλη ιστορία εκείνη. Νταμπλ ιστορία, δίκροκη, αφού περιείχε και τον προπάππο τον αρχιπειρατή. Με τα καλά σου, χωράνε όλα αυτά σε δύο μικρά σίγμα;»

«Έχω πολλούς αρχιπειρατές και βυθισμένα πειρατικά καράβια. Τα ακρόπρωρά τους με τις ξύλινες γοργόνες είναι η συντροφιά μου», είχε έτοιμη την απάντηση η Θάλασσα.

 «Προσωπικά προτιμώ τον αρχιπειρατή να τον λέμε ιδεολόγο χαρτογράφο γιατί έτσι ξεκίνησε ο άνθρωπος όταν έφυγε από την ακτή της Ιταλίας του για να χαρτογραφήσει τα παράλια της λυπημένης απέναντι χώρας».

«Ο χαρτογράφος που έβαλες στο βιβλίο μας, Νοέλ, ήτανε πολύ βαθιά στη Θάλασσα. Πολλά κύματα του χρόνου πίσω. Ας τον αφήναμε εκεί».

«Όχι, Θάλασσσά μου», διαμαρτυρήθηκα, «Μη το λες αυτό. Γιατί αν δεν υπήρχε ο Ενετός χαρτογράφος, η Βενετία με τι χάρτη θα ακολουθούσε τη γραμμή της θάλασσας;»

«Σιγά τον χάρτη! Ήτανε σκισμένος!», είπε με περιφρόνηση.

«Σκισμένος και παμπάλαιος αλλά ήδη είχε σώσει μια νεαρή Βενετία στο παρελθόν. Ξεχνάς;» της θύμισα.

«Δεν ξεχνώ τίποτα. Είμαι εδώ για να θυμάμαι».  

«…Νόμιζα ότι ήσουν εδώ για να δείχνεις στους θαλασσινούς και στις κοπέλες που δραπετεύουν τους δρόμους της θάλασσας», απόρησα.

«Παλιοί είναι οι δρόμοι. Όλοι τούς ξέρουνε.»

«Όχι, θάλασσά μου, πάλι κάνεις λάθος.» Αναστέναξα. «Για κάθε άνθρωπο που έρχεται στην ανάγκη να φύγει, μια νέα γραμμή της θάλασσας τον περιμένει.»

 «Νοέλ, πες στους αναγνώστες σου πως όσο προχωράει κανείς προς τον ορίζοντα, τόσο ο ορίζοντας απομακρύνεται. Μπορεί έτσι βαδίζοντας να κάνει και τον γύρο της γης! Κι αυτό ακόμα θα βρω να έχει τύχει αν κοιτάξω βαθιά μέσα στο παρελθόν μου».

«Μην ξεθάβεις άλλες ιστορίες. Ας μείνουμε στις δικές μας», την παρακάλεσα.

«Δικές σου», με διόρθωσε.

«Μαζί τις φτιάξαμε. Εσύ έβαλες τη γραμμή της θάλασσας κι εγώ τα υπόλοιπα».

 Η Θάλασσσα γέλασε με την καρδιά της. Εκεί που γελούσε σοβαρεύτηκε απότομα και είπε μαλακά βάζοντας στην σειρά τα υγρά σύμφωνα:

«Δεν είναι μόνο η γραμμή του ορίζοντα, αυτή η πορτοκαλί γραμμή μου που ξέρει να παίρνει τα χρώματα της φωτιάς. Γελάω μαζί σας, άνθρωποι. Γραμμή είναι και η ακτογραμμή με τα βράχια, την άμμο και τις νεροπόλεις. Γραμμή είναι κι εκεί όπου με έναν απαλό παφλασμό, ένα ξέσπασμα θαλασσινής στοργής, φιλάω τις μικρές αμμουδιές και τον χειμώνα τούς πάω δώρα καλοκαιρινούς θησαυρούς και ανθρώπινα απόβλητα. Επίσης, σου θυμίζω μια άλλη σπουδαία γραμμή: με μια γραμμή αφρού τα πλοία με αποχαιρετάνε όταν ταξιδεύουν. Μια παχιά γραμμή αφήνουν πάνω μου, ειδικά εκείνα που έχουν το χρώμα των γλάρων. Και καθόλου τυχαία, σε διαβεβαιώνω, με γραμμές σαν ρυτίδες όπως η χτυπημένη κρέμα πριν γίνει σαντιγί ζήτησα να με στολίζει ο αγέρας. Και αν δεν κουράστηκες, να σου πω και για την βραδινή γραμμή μου που φαίνεται ακόμη και στο σκοτάδι γιατί είναι η ασημένια γραμμή του φεγγαριού και γι’ αυτό η πιο πολύτιμή μου. Ποια από όλες ακολούθησαν οι Βενετίες σου στο δρόμο της φυγής τους;»

 Ήξερα τι να απαντήσω αφού είχα γράψει ήδη το βιβλίο!

 «Διάλεξα αυτή τη γραμμή της θάλασσας που αιχμαλώτισε τον πρόγονό τους. Εκείνο τον χαρτογράφο. Επειδή από αυτόν ξεκίνησε η μεγάλη ιστορία.»

«Καλή είσαι κι εσύ! Τις ελευθέρωσες από εκεί που εκείνος σκλαβώθηκε, δηλαδή».

 Γέλασε. Αισθάνθηκα πως εδώ έπρεπε να πω κάτι σοβαρό.

 «Θάλασσσα, εμείς οι άνθρωποι όταν έρθει η ώρα ακολουθούμε τη γραμμή σου που εσύ μας διαλέγεις».

Η θάλασσα με κοίταξε. Ένιωσα τα μάτια μου να υγραίνονται. Χαμογέλασε αχνά. Ή τρυφερά ή λυπημένα, δεν έβλεπα καλά. Ένα κύμα ρυτίδες απλώθηκε στην επιφάνειά της και έφυγε. Περίμενε να απομακρυνθεί το κύμα για να μου ψιθυρίσει η θάλασσα αυτό που είχε να μου πει:

«Δεν καταλάβατε τα πλάσματα της στεριάς ακόμη πως εσείς, ο καθένας μόνος του, βρίσκετε το δρόμο που θα σας σώσει;» Έκλεισε το βιβλίο. «Οι άνθρωποι επιλέγετε ποια γραμμή της θάλασσας να ακολουθήσετε! Εγώ είμαι απλώς μια θάλασσα με μερικά σίγμα.»

 

Νοέλ Μπάξερ

 

ΥΓ. «Κοίταξε, καλή μου», μου είπε καθώς σηκωνόμασταν να φύγουμε. «Παραδοσιακά, ο πολικός αστέρας οδηγεί τους χαμένους ναυτικούς. Ας οδηγήσει και τους χαμένους ανθρώπους. Κακώς ανακάτεψες εμένα!»

«Πού είναι η φιλεύσπλαχνη θάλασσα που ήξερα; Διαμαρτύρομαι!», είπα καθόλου θυμωμένη.

«Η θάλασσα εκείνη ήτανε με δύο σίγμα» είπε γελώντας.

Λέγοντας αυτό, αναχώρησε. Πήρε τα σίγμα της και ακολούθησε τη γραμμή της.

info@bookbar.gr 

 

 Σχετικά Θέματα

 Διαβάστε την παρουσίαση του βιβλίου Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας, Νοέλ Μπάξερ